Πέμπτη, 2 Σεπτεμβρίου 2010

Κατά Ματθαίον - Κεφάλαιο 15


(Νικόλαος Σωτηρόπουλος) 

ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΕΙΣ ΒΑΡΟΣ ΕΝΤΟΛΩΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
15Τότε πλησιάζουν τόν Ἰησοῦ οἱ Γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι ἀπό τά Ἱεροσόλυμα καί λέγουν: 2«Γιατί οἱ μαθηταί σου παραβαίνουν τήν παράδοση τῶν παλαιοτέρων; Διότι δέν νίπτουν τά χέρια τους, ὅταν τρώγουν». 3Αυτός δέ ἀποκρίθηκε καί εἶπε σ’ αὐτούς: «Γιατί καί σεῖς παραβαίνετε τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ χάριν τῆς παραδόσεώς σας; 4Διότι ὁ Θεός ἔδωσε ἐντολή λέγοντας: “Νά τιμᾷς τόν πατέρα καί τήν μητέρα”, καί “Ὅποιος κακολογεῖ πατέρα ἤ μητέρα ἐξάπαντος νά θανατώνεται”. 5Ἀλλά σεῖς λέγετε: «Ἐάν κανεῖς πῇ στόν πατέρα ἤ μητέρα, “Αυτό, πού θά λάμβανες ὡς βοήθημα ἀπό μένα, τό άφιερώνω στό Θεό”, τότε ἀπαλλάσεται ἀπό τήν ὑποχρέωση νά τιμήσῃ (με προσφορά βοηθήματος)  τόν πατέρα του ἤ τήν μητέρα του». 6Ἔτσι ἀκυρώσατε τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ χάριν τῆς παραδόσεώς σας. 7Ὑποκριταί! Καλῶς προφήτευσε γιά σᾶς ὁ Ἡσαΐας λέγοντας: 8Αὐτός ὁ λαός μέ πλησιάζει μέ τό στόμα τους καί μέ τιμᾷ μέ τά χείλη, ἐνῷ ή καρδιά τους πολύ ἀπέχει ἀπό μένα. 9Ναί, ψευδῶς μέ σέβονται, ἀφοῦ ἀκολουθοῦν διδασκαλίες, πού εἶναι ἐντολές ἀνθρώπων.

ΤΙ ΜΟΛΥΝΕΙ ΗΘΙΚΩΣ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ
10Τότε προσκάλεσε τό πλῆθος τοῦ λαοῦ καί τούς εἶπε: «Προσέχετε καί καταλάβετε (αὐτό πού θά εἰπῶ). 11Δέν μολύνει τόν ἄνθρωπο αὐτό πού μπαίνει στό στόμα, ἀλλ’ αὐτό πού βγαίνει ἀπό τό στόμα, αὐτό μολύνει τόν ἄνθρωπο». 12Τότε πλησίασαν οἱ μαθηταί του καί τοῦ εἶπαν: «Ξέρεις, ὅτι οἱ Φαρισαῖοι σκανδαλίσθηκαν, ὅταν ἄκουσαν τί εἶπες;». 13Αυτός δέ ἀποκρίθηκε καί εἶπε: «Κάθε φυτεία, πού δέν φύτευσε ὁ Πατέρας μου ὁ οὐράνιος, θά ξεριζωθῇ. 14Ἀφῆστε τους. Εἶναι τυφλοί ὁδηγοί τυφλῶν. Ἐάν δέ τυφλός ὁδηγῇ τυφλό, καί οἱ δύο θά πέσουν σέ λάκκο». 15Ὁ δέ Πέτρος πῆρε τό λόγο καί τοῦ εἶπε: «Ἐξήγησέ μας τόν αἰνιγματικό αὐτό λόγο». 16Ὁ δέ Ἰησοῦς εἶπε: «Ἀκόμη καί σεῖς δέν καταλαβαίνετε; 17Ἀκόμη δέν ἐννοεῖτε, ὅτι κάθε τι, πού μπαίνει στό στόμα, προχωρεῖ στήν κοιλιά καί ἀποβάλλεται στό ἀποχωρητήριο; 18Ἐνῷ ἐκεῖνα, πού βγαίνουν ἀπό τό στόμα, βγαίνουν ἀπό τή ψυχή, καί ἐκεῖνα μολύνουν τόν ἄνθρωπο. 19Διότι ἀπό τήν ψυχή βγαίνουν πονηρές σκέψεις, φόνοι, μοιχεῖες, πορνεῖες, κλοπές, ψευδομαρτυρίες, βλασφημίες. 20Αὐτά εἶναι ἐκεῖνα πού μολύνουν τόν ἄνθρωπο. Τό δέ νά φάγῃ κανείς μέ ἄπλυτα χέρια, αὐτό δέν μολύνει τόν ἄνθρωπο».


Η ΠΙΣΤΗ ΤΗΣ ΧΑΝΑΝΑΙΑΣ ΚΑΙ Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΘΥΓΑΤΕΡΑΣ ΤΗΣ
21Ἀφοῦ δέ ὁ Ἰησοῦς βγῆκε ἀπ’ ἐκεῖ, ἀναχώρησε γιά τά μέρη τῆς Τύρου καί τῆς Σιδῶνος. 22Καί ἰδού μιά γυναῖκα Χαναναία βγῆκε ἀπό τήν περιοχή ἐκείνη καί τοῦ φώναζε δυνατά λέγοντας: «Ἐλέησέ με, Κύριε, Υἱέ Δαβίδ. Ἡ θυγατέρα μου δαιμονίζεται καί βασανίζεται φρικτά. 23Ἀλλ’ αὐτός δέν τῆς ἀποκρίθηκε λέξη. Τότε πλησίασαν οἱ μαθητές του καί τόν παρακαλοῦσαν λέγοντας: «Κάνε τό αἴτημά της γιά νά φύγῃ, διότι μᾶς ἀκολουθεῖ φωνάζοντας». 24 Ἀλλ’ αὐτός ἀποκρίθηκε καί εἶπε: «Δέν στάλθηκα παρά στά πρόβατα τά χαμένα τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ ἔθνους». 25Αὐτή δέ ἧλθε καί τόν προσκύνησε λέγοντας: «Κύριε, βοήθησέ με». 26Ἀλλ’ αὐτός ἀποκρίθηκε καί εἶπε: «Δέν εἶναι σωστό νά πάρω τό ψωμί τῶν παιδιών καί νά τό ρίξω στά σκυλάκια». 27Αὐτή εἶπε: «Ναί, Κύριε. Ἀλλά καί τά σκυλάκια τρῶνε ἀπό τά ψίχουλα, πού πέφτουν ἀπό τό τραπέζι τῶν κυρίων τους». 28Τότε ἀποκρίθηκε ὁ Ἰησοῦς καί εἶπε σ’ αὐτή: «Ὦ γυναῖκα, εἶναι μεγάλη ἡ πίστη σου! Ἄς γίνῃ σέ σένα ὅπως θέλεις». Καί θεραπεύτηκε ἡ θυγατέρα της ἀπό τήν ὥρα ἐκείνη.


ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ
29 Ἀφοῦ δέ ἔφυγεν ἀπ' ἐκεῖ ὁ Ἰησοῦς, ἦλθε κοντά στή λίμνη τῆς Γαλιλαίας. Καί ἀφοῦ ἀνέβηκε στό ὄρος, καθόταν ἐκεῖ. 30Καί ἦλθαν πρός αὐτόν πλήθη πολλά ἔχοντας μαζί τους κουτσούς, τυφλούς, κωφαλάλους, κουλούς καί ἄλλους πολλούς, καί τούς ἔριξαν στά πόδια τοῦ Ἰησοῦ, καί τούς θεράπευσε, 31ὥστε νά κυριευθοῦν τά πλήθη ἀπό θαυμασμό βλέποντας κωφούς νά ἀκούουν, ἀλάλους νά μιλοῦν, κουλούς νά γίνονται ὑγιεῖς, κουτσούς νά περιπατοῦν καί τυφλούς νά βλέπουν. Καί δόξασαν τόν Θεό τοῦ Ἰσραήλ.


ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΧΟΡΤΑΣΜΟΥ ΤΩΝ ΤΕΤΡΑΚΙΣΧΙΛΙΩΝ ΑΝΔΡΩΝ
32 Ὁ δέ Ἰησοῦς κάλεσε κοντά τούς μαθητάς του καί εἶπε: «Σπλαγχνίζομαι τό λαό, διότι τρεῖς ἡμέρες τώρα παραμένουν κοντά μου καί δέν ἔχουν τί νά φᾶνε. Καί νά τούς ἀφήσω νά φύγουν νηστικοί δέν θέλω, μήπως στό δρόμο παραλύσουν». 33Τοῦ λέγουν δέ οἱ μαθηταί του: «Ἀπό ποῦ νά βροῦμε ἐδῶ στήν ἐρημιά τόσα ψωμιά, ὥστε νά χορτάσουμε τόσο λαό;». 34Ὁ δέ Ἰησοῦς τούς λέγει: «Πόσα ψωμιά ἔχετε;» Αὐτοί δέ τοῦ εἶπαν: «Ἑπτά, καί λίγα ψαράκια». 35Τότε διέταξε τά πλήθη νά ξαπλώσουν στό ἔδαφος. 36Καί ἀφοῦ πῆρε τά ἑπτά ψωμιά καί τά ψάρια, ἔκανε εὐχαριστήρια προσευχή, καί ἔκοψε καί ἔδωσε στούς μαθητάς του, οἱ δέ μαθηταί στά πλήθη. 37Καί ἔφαγαν ὅλοι καί χόρτασαν, καί σήκωσαν τό περίσσευμα ἀπό τά κομμάτια ἑπτά καλάθια πλήρη. 38Αὐτοί δέ, πού ἔφαγαν, ἧταν τέσσερες χιλιάδες ἄνδρες, ἐκτός γυναικῶν καί παιδιῶν. 39Ἀφοῦ δέ διέλυσε τά πλήθη, μπῆκε στό πλοῖο καί ἦλθε στή περιοχή Μαγδαλά

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Στηρίξτε......