Σάββατο, 5 Φεβρουαρίου 2011

"Λόγος εις την Χαναναίαν" (Κυριακή Ιζ΄ Ματθαίου)


(Άγιος Βασίλειος Σελευκείας)

Ιδού ότι υπήρξε και συμφορά η οποία έγινε αφορμή μεγάλης ευφροσύνης και πένθος που προξένησε ευθυμία και λύπη που έφερε υπερβολικήν χαρά. Επειδή όπου παρευρίσκεται ο Ιησούς, και ο θρήνο μεταβάλλεται σε ηδονήν και ο κλαυθμός και οδυρμός μεταλλάσσεται σε ευφροσύνην.
Το μαρτυρεί αυτό με τα λόγια της κραυγάζοντας η Χαναναία, την ιστορία της οποιας με θαυμασμόν η βίβλος των Ευαγγελίων την επιδεικνύει μέχρι τώρα και διατηρεί την κραυγή της γραμμένη σαν σε στήλη, ώστε ο επίβουλος χρόνος να μην παρασύρει την μνήμη· επειδή ο καρπός της πίστεως είναι πιο δυνατός. «Και εξελθών εκείθεν ο Ιησούς», λέγει, «ήλθεν εις τα μέρη Τύρου και Σιδώνος». Ο Θεός παρευρίσκεται παντού και κανένας τόπος δεν ετόλμησε να τον περιορίσει. Και επειδή είναι κατά φύσιν αόρατος, επιβεβαιώνει την παρουσία του σ' εκείνους που τον έβλεπαν προβάλλοντας τον ναό που ενεδύθη προς χάριν μας.  Ήλθε στα μέρη της Τύρου και της Σιδώνος, στα παλαιά καταγώγια των δαιμόνων, στις περιοχές των ειδώλων, στις χώρες της ειδωλολατρίας, στο αντικείμενο της κατηγορίας των Προφητών. 


Από την Ιουδαία στην Σιδώνα και την Τύρον· από τα εργαστήρια της ευσεβείας στον βυθό της ασεβείας· από τους μαθητάς του Μωϋσέως, στους εργάτες των δαιμόνων. Και για ποίον λόγο μεταβαίνει από το ένα μέρος στο άλλο; Έλεγχος των Ιουδαίων είναι η μετάβασις του Κυρίου· ως ευεργέτης συγχρόνως και δικαστής περιοδεύει ο Σωτήρ. Είναι αληθώς αδυσώπητος κατηγορία εναντίον των Ιουδαίων η επίγνωσις των εθνικών. Επειδή όμως ο καταιγισμός των θαυμάτων δεν κατώρθωσε να κάμψει τον Ιουδαϊκόν λαόν, ώστε να στραφεί στην πίστι, αλλά ενώ ηπλώνετο το παράδοξον θεραπευτικό δίκτυ, μόνο το έθνος των Ιουδαίων εξ αιτίας της αγρίας βασκανίας τους απέφυγε την θύρα της σωτηρίας, τι έκαμεν ο σοφός ιατρός; πώς μεθοδεύει την ίαση της αρρωστημένης γνώμης;

Μεταφέρει στην Σιδώνα τα φάρμακα της θεραπείας της, για να ερεθίσει τον άπιστον αντιπαραθέτοντας αυτόν με τα έθνη. Είναι παλαιό, νομίζω, το τέχνασμα αυτό του Κυρίου, να κάνει δηλαδή τον αχάριστο να εντραπεί συγκρίνοντάς τον με τα χειρότερα. Θέλοντας κάποτε να ελέγξει την απείθεια των Ιουδαίων ηύξησε τον έλεγχον, αντιπαραθέτοντας αυτούς με τους Νινευΐτες. Και στέλλει τον Ιωνά να παρακολουθήσει την μεταβολήν των ασεβών, προβάλλοντας τον Προφήτην των Ιουδαίων υπηρέτην της κατακρίσεως των Ιουδαίων. Αλλά εκείνος λυπούμενος άκαιρα τους ομοεθνείς του, κλέπτει τον έλεγχο και δραπετεύει από εκείνον που τον έστειλε. Δεν εγνώριζε ότι θα τον αλιεύσει το κήτος και θα τον παρουσιάσει δέσμιον στον Δεσπότη.

Και πάλι συστελλόμενος από φόβον έγινε θεατής της ευγνωμοσύνης των ειδωλολατρών· μίαν φωνή μόνον άφησε και αιχμαλώτισε όλων τις γνώμες. Και ειδε την προφητεία του να διαψεύδεται μαθαίνοντας στην πράξι πόσο πιο καλόπιστοι είναι οι εθνικοί από τους Ιουδαίους· καθ' όσον αυτοί μεν κατέσφαξαν τους Προφήτες τους, ενώ εκείνοι και αυτόν ακόμη, του οποίου αγνοούσαν την ύπαρξη, έφριξαν ακούγοντάς τον. Όταν δε η μεταβολή της γνώμης εματαίωσε την απειλήν του Προφήτου, έπαυσαν να σαλεύωνται τα τείχη της πόλεως, απεσύρθη το ξίφος που ήταν έτοιμο να πέσει και η απόφασις του θανάτου ανεκλήθη, από σεβασμόν προς την πίστι των καταδίκων· ενικήθη θυμός προφητικός, βλέποντας τον υπεύθυνο να νικά με την ευγνωμοσύνην. Έτσι και τώρα ο Σωτήρ βαδίζει από την Ιουδαία στην Σιδώνα και την Τύρο για να στηλιτεύσει την Ιουδαϊκήν υποκρισίαν αντιπαραθέτοντας αυτούς με τους ασεβείς.

Πρόσεξε παρακαλώ τον Ευαγγελιστήν πώς κομπάζει με την διήγηση και αποκαλύπτει το νόημα της μεταβάσεως του Κυρίου: «Και εξελθών εκείθεν ήλθεν εις τα μέρη Τύρου και Σιδώνος». Από που «εκείθεν;». Από εκεί όπου θαυματουργώντας εδέχετο συκοφαντίες, θεραπεύοντας ήκουεν ύβρεις καί ευεργετώντας αντιμετώπιζε την απιστία. «Και ιδού γυνή εκ των ορίων εκείνων εξελθούσα εκραύγαζε λέγουσα· Υιέ Δαυΐδ, ελέησόν με». Χαναναία το γυναικάριον, αλλά με την προαίρεσιν ηρνήθη το γένος της· η πίστις ενίκησε την φύση.

Κανείς, λέγει, πλέον ας μην κατηγορεί τους Χαναναίους· η γυναίκα αυτύ έλυσε τα εγκλήματα των πατέρων της· γίνεται αρχή ευσεβείας κραυγάζοντας στους ευσεβείς· «Υιέ Δαυίδ, ελέησόν με». Πόσες μυριάδες Ιουδαίων εθεράπευσε ο Χριστός και αντί ευχαριστίας ήκουσε: «Ούτος πόθεν εστίν ουκ οίδαμεν». Ενώ μία άσημος γυναίκα Χαναναία και πριν από την θεραπεία, με αναπτερωμένην πίστη έφθασε σε ύψος ευαγγελιστού. «Κύριε, υιέ Δαυΐδ, ελέησόν με. Η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται». Πένθος ελεεινόν και θέαμα για την μητέρα πιο πικρόν και από τον θάνατο. Δαιμόνιον πολεμοχαρές παλεύει με την κόρη, και ο εχθρός παραμένοντας αόρατος παρατάσσεται κατά του παιδιού.

-Πώς να αναγγείλω το δεινόν, πως να κηρύξω το πάθος; Δεν υποφέρω να την βλέπω.

Πηδά έξω από το σπίτι, περιφέρεται στην πόλιν εκτείνοντας τα χέρια στον αέρα, με βλέμμα απλανές και ακάλυπτα τα μαλλιά:

-Για καταγώγιον του δαίμονος το εγέννησα το παιδί μου.

Παραβλέπει την αισχύνην η συμφορά και το πάθος αιχμαλώτισε την φυσικήν εντροπήν. Αφήνει κραυγές που προκαλούν τον φόβο· βλέπεται, αλλά δεν βλέπει, τρέχει στον δρόμο, ελεεινώς σιωπά και ακόμη χειρότερα ομιλεί. Δεν έχει προθεσμίαν η τιμωρία, καταναλώνονται οι νύκτες στην αγρυπνίαν ευρίσκοντας δε τις ημέρες φοβερώτερες από τις νύκτες, πηδά από την κλίνη και αρχίζει να διαλαλεί την συμφορά:

- Ελέησόν με, που μαστιγώνομαι από την θυγατέρα μου. Εκείνης το πάθημα, ιδικός μου ο πόνος, εκείνην διαπομπεύει το δαιμόνιον, η φύσις όμως δια μέσου εκείνης γίνεται όπλον εναντίον μου. Ο δαίμων εισήλθε στην θυγατέρα πολεμώντας την μητέρα, σ' εμένα ρίπτει τα βέλη δια μέσου αυτής. Είθε να μη μου γεννούσε αυτήν την κυοφορίαν η φύσις! Να ετελείωνε η ζωή μου με τον τοκετό. Θα ήταν παρηγορία για τον θάνατον ο νόμος της φύσεως. Ελέησόν μας.

«Ο δε ουκ απεκρίθη αυτή λόγον». Ω φιλάνθρωπος σιωπή με σχήμα απάνθρωπον! ω σιωπή μεγαλόφωνος που είναι κατήγορος των Ιουδαίων! Με αυτήν έλεγε ο Σωτήρ στους Ιουδαίους: Βλέπεις, Ιουδαίε, Χαναναίας ευγένεια; Βλέπεις από ρίζα διαβεβλημένην καρπόν επαινετόν; Δεν εδέχθη τον Μωϋσή για νομοθέτη και ανεγνώρισε του Μωυσέως τον Δεσπότην· δεν γνωρίζει Προφήτες και πιστεύει σ' αυτόν που επροφητεύθη· και σημεία δεν είδε, και τον απόγονο του Δαυίδ ωμολόγησε. Τον Θεόν τον ηρνήθης μετά από τόσα θαύματα, και αυτή πριν ιδεί θαύμα τον επίστευσε. Αλλά κοίταξε που κλαίει και εγώ την παραβλέπω προς χάριν σου· αν και λυπούμαι το πένθος, όμως κρύβω το έλεος. Φωνάζει σαν εθνική, την στέλλω σ' εσέ παίρνοντάς σου από πριν την πρόφαση της απιστίας.

Δεν την απαλλάσσω από το πάθος, για να μη σου προκαλέσω φθόνο· συγκρατώ την θεραπεία, για να μη σου δώσω λαβήν απιστίας, για να μη λέγεις κατηγορώντας σαν άπιστος: την Χαναναίαν ελεούσες; γιατί εθεράπευες τους εχθρούς του Μωϋσέως; Κοίταξε που την αφήνω να κλαίει και για να τιμήσω εσέ παραβλέπω μητέρα που τιμωρείται με τα παθήματα της κόρης!

«Υιέ Δαυίδ, ελέησόν με. Ο δε ουκ απεκρίθη αυτή λόγον». Η αναβολή της θεραπείας, δοκιμασία της πίστεως, χωνευτήριο της προαιρέσεως της γυναικός. Μάλλον η σιωπή του Κυρίου γίνεται έπαινος στην Χαναναία· μέχρι την στιγμή που ο χορός των Αποστόλων, μη γνωρίζοντας την σοφία της Δεσποτικής σιωπής και αδυνατώντας να υποφέρει την φωνή της πονεμένης μητέρας, γίνεται μεσίτης προς τον Σωτήρα, και πρεσβεύουν για την γυναίκα οι μαθηταί του Χριστού.

Δέχονται αυτοί τις ικεσίες της, και παρακαλούν τον Κύριον: «Απόλυσον αυτήν, ότι κράζει όπισθεν ημών». Τι απαντά η ανέκφραστος φιλανθρωπία, η απόρρητος σοφία;». «Ουκ έστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις».

Βαρύτερα από την σιωπήν η απόκρισις· ανάλογος όμως με την πίστιν της Χαναναίας. Διότι αν δεν ήταν η πίστις της μεγάλη, θα κατηγορούσε τον Σωτήρα για απανθρωπίαν ή για αδυναμίαν, θά απεμακρύνετο και θα έλεγε: Τι φοβερά απανθρωπία! Δεν με ελυπήθη που κλαίω, δεν ηλέησε μητέρα που πληγώνεται με τα παθήματα της κόρης· δεν ηλέησε το δράμα της φύσεως· ικέτευα και με απεστρέφετο, εφώναζα και με απέφευγε. Και πρώτα μεν απέκρουσε τις φωνές μου με την σιωπήν ούτε όταν εφώναζα την ώρα που σιωπούσε τόν συνεκίνησα, τότε που είχα καλές ελπίδες για την θεραπείαν, όταν το πάθημά μου ευρήκε συνηγόρους, όταν προσδοκούσα φιλάνθρωπο λόγον, όταν ονειροπολούσα πως μόλις ομιλήσει θα απαλλαγεί η θυγατέρα μου· με ανοικτό το στόμα ανέμενα φωνήν που θα φέρει την άνεση· και τότε ομίλησε και διέλυσε τις ελπίδες μου. Φορτωμένη με λύπη φεύγω. Μου πρόσθεσε συμφορές με τις ύβρεις του. Κυνάριο με είπε μέσα σε τόσον κόσμο. Φαίνεται κι αυτός δικαιώνει τον δαίμονα. 

Φαίνεται, της κόρης μου η συμφορά ενίκησε κι αυτού την δύναμη. Ίσως με τις ύβρεις έκρυψε την ομολογία της ήττας του. Ένα μόνον εκέρδισα από την ικεσία μου. Ηύξησα του δημίου της κόρης μου την αγανάκτησιν· άναψα τον θυμόν του με τα λόγια εκείνου, έκαμα αγριώτερον τον εχθρόν του παιδιού μου.

Αλλά δεν ωλίσθησε σε παρομοίους λόγους, ούτε με τις ύβρεις η πίστις ατόνησε. Μεγάλη η πίστις της γυναικός, γι' αυτό και εθησαυρίσθη στα Ευαγγέλια. «Ουκ έξεστιν βαλείν τον άρτον των τέκνων τοις κυναρίοις». Αυτή δε προσπαθώντας να μεταπείση τον Δεσπότην έλεγε: Ναι Κύριε· παίρνω την ύβρη σαν υπόσχεση θεραπείας· «και γαρ τα κυνάρια εσθίει από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης των κυρίων αυτών». Μου εγγυάται την σωτηρίαν η προσφώνησις του ζώου αυτού· ας γίνει το μέγεθος της ύβρεως, μέτρον γι' αυτό που θα μου δώσεις. Κυνάριο με ονόμασες· σαν κατοικίδιο θα απολαύσω την τράπεζα του Κυρίου μου. Έχει μερίδιον από τα ψίχουλα των τέκνων και το κυνάριο. Δεν αρπάζω τον άρτο, τα ψίχουλα ζητώ· δεν πηδώ επάνω στην τράπεζα, αυτά μου φθάνουν. Δεν ομιλώ για απόλαυσιν· ας απολαύσει ο κληρονόμος σου εκείνο τό τραπέζι· ας πέσει όμως από το χέρι σου κάποιο ψίχουλο και για εμάς.

Ω πίστις! ω σύνεσις! ω ευλάβεια Χαναναίας! Τι κάνει λοιπόν ο Σωτήρ; Αποκαλύπτει τι έκρυβε η σιωπή: «Ω γύναι, μεγάλη σου η πίστις»! Γι' αυτό ανέβαλα την χάρι, για να δείξω την πίστι σου. Δεν σιωπούσα ως απάνθρωπος, αλλά ησύχαζα ως προγνώστης· περίμενα να φανεί όλη σου η πίστις. Ήθελα να διδαχθούν οι παρόντες τι μαργαρίτης εκρύπτετο σε γυναίκα Χαναναία. Σου ανοίγω όλο το τραπέζι της θεραπείας και σου χαρίζω όχι σαν σε κυνάριο τα ψίχουλα, αλλά ως θυγατέρα τον άρτον. Εσύ μεν ενίκησες με την πίστι τους Ιουδαίους· εγώ δε με την δωρεά το αίτημά σου. «Γενηθήτω σοι ως θέλεις». Γίνε συ ιατρός της κόρης σου· μέσα σου έχεις της θεραπείας το φάρμακο. Βάδιζε νικήτρια κατά των Ιουδαίων και του δαίμονος. Λάβε έπαθλο της πίστεως την θεραπεία της φύσεως.

Ας αναζητήσωμε την πίστη, τον στέφανον της Εκκλησίας· ας αγαπήσωμε την πίστι, την αστραπή της οποίας δεν υποφέρουν οι δαίμονες· την πίστη, το κεφάλαιον των μαθητών του Χριστού. Ας ακούσωμε τον Παύλο που φωνάζει: «Στήκετε εν τη πίστει», «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε», ώστε να ακούσουμε κι εμείς τον Δεσπότη να μας λέγει: «Γεννηθήτω υμίν ως θέλετε»· αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Στηρίξτε......